Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαληνεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γαληνεύω Προφορά: γαληνεύω
  1. ησυχάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ποιητικό

    Προέλευση:
    από το ουσιαστικό γαλήνη

    Παράδειγμα:
    Σαν γαληνεύ’ ο ποταμόν, κατέβασον και πότ’σον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια