Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαλένιον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γαλένιον Προφορά: γαλένιον
  1. παρηγοριά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Σον Ιωάννην τον Θεολόγον γαλένιον ’κ’ επέμ’νεν. (ποίηση)

Παρατηρήσεις - Σχόλια