Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαλενίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γαλενίζω Προφορά: γαλενίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Πολλά ’κ’ επήεν ερχίνεσεν να γαλενίζ’. (έρχεται η γαλήνη, καλμάρω)
    2) Γαλενίζω το μωρόν. (με διάφορους τρόπους προσπαθώ να κάμω το παιδί να πάψει το κλάμα)
    3) Όλοι κι αν παρ'γορεύκουνταν, όλοι κι αν γαλενίζ’νε, σον Αέννεν τον Θεολόγον γαλένισμαν ’κ’ επέμ’νεν. (ησυχάζω, παρηγορούμαι)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο γαληνίζω

  2. ησυχάζω, ηρεμώ Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια