Επιπλέον Ερμηνείες: 1) πλήθος πραγμάτων όπως σκεύη, έπιπλα κ.λ.π. που προξενούν βάρος 2) πράγμα περιττό
Ιδίωμα: Σαντάς
Παράδειγμα: Χαϊβάν έρθεν κι επέρασεν, γαλαπαλούχ’ εποίκεν.
Ενικός: γαλαπαλούχιν / γαλαπαλούχ' Πληθυντικός: γαλαπαλούχια / γαλαπαλούχα / γαλαπαλούγα