Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γάλαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γάλαν Προφορά: γάλαν
  1. γάλα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Με το κρενίν κατηβάζ’ το γάλαν σα χωρία.
    2) Το γάλαν ασ’ ωτία τ’ς τρέχͮ’'. (ειρωνικά, δεν έχει γάλα)
    3) Ζελεύ’ α̤το το γάλαν ατ’ς. (το ζηλεύει (επιθυμεί) η γυναίκα που θηλάζει)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό γάλα

Παρατηρήσεις - Σχόλια