γάλαΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα:
1) Με το κρενίν κατηβάζ’ το γάλαν σα χωρία.
2) Το γάλαν ασ’ ωτία τ’ς τρέχͮ’'. (ειρωνικά, δεν έχει γάλα)
3) Ζελεύ’ α̤το το γάλαν ατ’ς. (το ζηλεύει (επιθυμεί) η γυναίκα που θηλάζει)