Ερμηνεία: καϊτάνι, λεπτό μεταξωτό ή μάλλινο πλέγμα που χρησίμευε για την διακόσμηση του τελειώματος των ενδυμάτων
Παραδείγματα: 1) Τ’ οφρύδα̤ 'τ' γαϊτάνια. 2) Ο χορόν απ’ έξ’ γαϊτάν’ φαίνεται. (έξω από το χορό όλα φαίνονται εύκολα)
Ενικός: γαϊτιάνιν / γαϊτιάν' Πληθυντικός: γαϊτιάνια / γαϊτιάνα̤