Ερμηνεία: του οποίου οι βολβοί των ματιών εξέχουν
Ιδίωμα: Χαλδίας
Αρσενικό: Ενικός: γορδίλης / γορδίλ'ς / γορδίλτς Πληθυντικός: γορδίλοι / γορδίλ'
Θηλυκό: Ενικός: γορδίλαινα Πληθυντικός: γορδίλ'
Ουδέτερο: Ενικός: γορδίλικον / γορδίλ'κον , γορδίλιν / γορδίλ' Πληθυντικός: γορδίλ'κα , γορδίλια / γορδίλα̤
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.