Ερμηνεία: γίνομαι σκληρός και δεν κόβομαι με τα δόντια
Προέλευση: τουρκική, από το ουσιαστικό γαΐσ̌'= λουρί
Παράδειγμα: Τα κρομμύδα εγαΐσ̌ωσαν.
Παράγωγα: γαΐσωμαν γαϊσόπον
Ενεστώτας: γαϊσ̌ώνω Παρατατικός: εγαΐσ̌ωνα Μέλλοντας: θα γαϊσ̌ώνω Αόριστος: εγαΐσ̌ωσα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.