Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Κανάν ’κ’ έχͮ ’ να γαϊρεύκετ’ α̤τεν.
Παράγωγο: γαΐρεμαν
Ενεστώτας: γαϊρεύκουμαι Παρατατικός: εγαϊρεύκουμ'νε Μέλλοντας: θα γαϊρεύκουμαι Αόριστος: εγαϊρεύτα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους. Χρησιμοποιείται και ως μεταβατικό και ως αμετάβατο.