Ερμηνεία: τοίχος χτισμένος με ασβέστη που είναι σαν τσιμέντο
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη καϊνάμα
Ενικός: η γαϊναμά Πληθυντικός: τα γαϊναμάδες / γαϊναμάδας