Ερμηνεία: κοκκινίζω (σαν το αίμα)
Ιδίωμα: Τσακράκ
Παράδειγμα: Άμον ντο γαιματούνταν τα μήλα, έλα αράεψόν με.
Ενεστώτας: γαιματούμαι Παρατατικός: εγαιματούμ'νε / γαιματούμ'νε Μέλλοντας: θα γαιματούμαι Αόριστος: εγαιματώθα / γαιματώθα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.