Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαίμα (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γαίμα Προφορά: γαίμα
  1. αίμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό αἷμα

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παραδείγματα:
    1) Του κεμιτσ̌ή το ψωμίν σον κάβον έχͮει γαίμα.
    2) Εσέν κι εμέν’ π’ εχώριζεν, να ’λέπ’ τον ήλεν γαίμαν.
    3) Το έναν το φτερούλ’ν αθε σο αίμαν βουτεμένον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια