Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαΐμς (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: γαΐμ'ς Προφορά: γαΐμς
  1. δυνατός, γερός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Σάντας

    Πάραδειγμα:
    Κορώνα, δόμ (δοσ-μου) άλλο (δόντ’) άμον τη πουλίτσας έμορφον κι άμον τη σ̌κύλ’ γαΐμ'.

    Επίρρημα:
    γαΐμ'κα

    Ρήμα:
    γαϊμλαεύω (δυναμώνω)

    Παράγωγο:
    γαϊμπλάεμαν

  2. ισχυρός Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια