Προέλευση: τουρκική
Ιδίωμα: Σάντας
Πάραδειγμα: Κορώνα, δόμ (δοσ-μου) άλλο (δόντ’) άμον τη πουλίτσας έμορφον κι άμον τη σ̌κύλ’ γαΐμ'.
Επίρρημα: γαΐμ'κα
Ρήμα: γαϊμλαεύω (δυναμώνω)
Παράγωγο: γαϊμπλάεμαν
Αρσενικό: Ενικός: γαΐμης / γαΐμ'ς Πληθυντικός: γαΐμοι / γαΐμ'
Θηλυκό: Ενικός: γαΐμαινα Πληθυντικός: γαΐμοι / γαΐμ'
Ουδέτερο: Ενικός: γαΐμικον / γαΐμ'κον Πληθυντικός: γαΐμ'κα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.