Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαϊλιά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. γαϊλιά , 2. γαϊλά̤ Προφορά: γαϊλιά
  1. ανάγκη, βάσανο, έγνοια, καημός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Χρήση από:
    Π. Μελανοφρύδη

    Παραδείγματα:
    1) Εγένουμ’νε με τ’ εμόν την γαϊλιάν και οξουκέσ' ντ’ εγέντονε ’κι ξέρω.
    2) Και μη γυναικίζ’, η γαϊλιά μ’ ’κ’ έν’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια