Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη καζούκ
Παραδείγματα: 1)Τη κεπί τα γαζούχα εσάπαν. (πάσσαλος) 2) Γαζούχ’ -ιμ’ θα ’φτάγω σε; (μήπως σε χρειάζομαι για μπελά;)
Υποκοριστικό: γαζουχόπον
Ενικός: γαζούχιν / γαζούχ' Πληθυντικός: γαζούχια / γαζούχα / γαζούγα