Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη κάζ
Παράδειγμα: Κοσσάρα, μη τερείς το γάζ’ κι εβγάλλτς τον κώλο σ’.
Ενικός: γάζιν / γάζ' Πληθυντικός: γάζα̤