Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαβγά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γαβγά Προφορά: γαβγά
  1. καβγάς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    περσική, από την περσική λέξη cavga

    Ιδίωμα:
    Νικόπολης

    Παράδειγμα:
    Ενέπεσαν απάν’ σα πολιτείας ας τα γαβγάες των ταραξιών.

Παρατηρήσεις - Σχόλια