Ερμηνεία: εκείνος που αγαπά να ομιλεί αλλά και ομιλεί ωραία
Αρσενικό: Ενικός: γονουσ̌άνος Πληθυντικός: γονουσ̌άνοι / γονουσ̌άν'
Θηλυκό: Ενικός: γονουσ̌άναινα Πληθυντικός: γονουσ̌άνοι / γονουσ̌άν'