Ερμηνεία: σαν το αδύνατο φύλο
Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Σαμοντό ελέπ’ς ατον εγροικάς ντο έν’ γααναχλής.
Αρσενικό: Ενικός: γααναχλής Πληθυντικός: γααναχλήδες
Θηλυκό: Ενικός: γααναχλήσα, γααναχλίαινα Πληθυντικός: γααναχλήδες
Ουδέτερο: Ενικός: γααναχλίν Πληθυντικός: γααναχλία
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους. Οι τύποι του θηλυκού δίνονται από την πηγή.