Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γαά̤ Προφορά: γαεά
  1. καγιά, βράχος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το τουρκικό kaya

    Ιδίωμα:
    Τσίτης

    Παράδειγμα:
    Σήν Τσ̌ίτεν γαρσ̌ού έταν τιζεμένα εκάν εφτά οχτώ γαά̤δες.

Παρατηρήσεις - Σχόλια