Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πλάνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πλάνω Προφορά: πλάνω
  1. πλάθω, δημιουργώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ο Θεόν πρώτα το λάχανον έπλασεν.
    2) Έπλασες ατο κι͜ αοίκον πλάσιμον πά 'κι γίνεται. (τα καταφέρνω (ειρωνικά στον αδέξιο))
    3) Κανείς 'κί λέει εσέν' πα ο Θεός έπλασεν. (Κανείς δεν σε βοηθεί.)

  2. δημιουργώ, πλάθω εμφανίζω κάτι ως εξαίρετο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα πλάττω ή πλάσσω

    Παθητική Φωνή:
    πλάσκουμαι = εμφανίζομαι / παίρνω μορφή
    το γ΄ ενικό:
    πλάσκεται= γίνεται ωραίο, εξωραΐζεται

Παρατηρήσεις - Σχόλια