Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πιτσίμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πιτσ̌ίμ' Προφορά: πιτσίμ
  1. παράστημα, σχέδιο, τρόπος τι λογής Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1)Ξ̌εροχτέν'τσον τα τσαμόπα σ' και δος ατα πιτσ̌ίμι. (σχέδιο)
    2) Ετέρεσεν ο παιδάς σο πιτσ̌ίμ' να φέρει ατο 'κ' επορεί. (παράστημα)
    3) 'Κ' έγκα το σο πιτσ̌ ίμ'. (Δεν το θεώρησα σωστό./ Δεν το βόλεψα.)
    4) Το πιτσ̌ίμ'ν ατ' αν θα τερής 'κί θα πάει οσήμερον. (τρόπος, τι λογής)

    Επίθετο:
    Αρσενικό : πιτσ̌ιμλής
    Θηλυκό: πιτσ̌ιμλήσα
    Ουδέτερο: πιτσ̌ιμλήν

    Υποκοριστικό:
    πιτσ̌ιμόπον

  2. νάζι, σκέρτσο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    πιτσίμ(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια