Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βέξιλη (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βέξιλη Προφορά: βέξιλη
  1. γραμμάτιο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    ρωσική

    Παράδειγμα:
    Δόμα έναν βέξιλην είπες με, ογώ πα εδέκα σε. Άλλο ντό χρωστώ σε;

Παρατηρήσεις - Σχόλια