Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες: 1) Βελόν’ εκούρτεσεν. (δεν παχαίνει, Ιδίωμα: Σταυρί) 2) Βελόν’ να κρεμίεις, αφκά ’κί ρούζ’. (έχει πολύ πλήθος, συνωστισμό) 3) Αραεύω με τα ψιλά βελόνα̤. (ζητώ με μεγάλη προσοχή)
Ενικός: βελόνιν / βελόν' Πληθυντικός: βελόνα̤