κυρουκά (τα) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κυρουκά
Προφορά: κυρουκά
-
γονείς
1) γονιοί και συγγενείς 2) το γένος των γονέων σου
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
πατρικά,γονείς
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης