Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

βασιλοσκάμν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βασιλοσκάμν' Προφορά: βασιλοσκάμν
  1. θρόνος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    1) το βασιλικό σκαμνί, το κάθισμα του βασιλιά
    2) η καθέδρα, ο θρόνος του βασιλιά, η πρωτεύουσα (μεταφορικά)

    Παράδειγμα:
    Επαίραν το βασιλοσκάμν’ ελλάεν αφεντία.

Παρατηρήσεις - Σχόλια