Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βασιλοκόριτσον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βασιλοκόριτσον Προφορά: βασιλοκόριτσον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    κορίτσι του βασιλιά

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παράδειγμα:
    Θα ντρανούμε να σοτσ̌εύωμε κανέν καλόν βασιλοκόριτσον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια