Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βασιλιακόν (το) [Ουσιαστικό, Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: βασιλα̤κόν Προφορά: βασιλιακόν
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Βασιλιακόν ζωήν έχ’νε. (βασιλικός)
    2) Ο μουχτάρτς εψαλάφεσεν τα βασιλιακά. (φόροι)
    3) Εδέβαν το βασιλιακόν κ’ εντώκαν σην Όλασσαν κιάν. (δημόσιος δρόμος)

Παρατηρήσεις - Σχόλια