Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βάρσανον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βάρσανον Προφορά: βάρσανον
  1. τιμωρία, κολασμός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    δυσκολία της ζωής, μόχθος, ταλαιπωρία

    Προέλευση:
    από το αρχαίο βάσανος

    Παράδειγμα:
    Ούς να εχουλέθεν το νερόν εκάτσεν και είπεν το βάρσανον ατ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια