Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βαριετλής (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. βαριετλής , 2. βαρα̤τλής Προφορά: βαριετλής
  1. εύπορος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη βαριατλής

    Παράδειγμα:
    Ο χατσ̌η Θωμάς έτον πολλά βαριετλής.

Παρατηρήσεις - Σχόλια