Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη βαριατλής
Παράδειγμα: Ο χατσ̌η Θωμάς έτον πολλά βαριετλής.
Αρσενικό: Ενικός: βαριετλής Πληθυντικός: βαριετλήδες
Θηλυκό: Ενικός: βαριετλήσα Πληθυντικός: βαριετλήδες
Ουδέτερο: Ενικός: βαριετλίν Πληθυντικός: βαριετλία
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.