Ερμηνεία: στο τραγούδι της δείσας της οποίας ο κώλος είναι χοντρός σαν βαρέλι
Αρσενικό: Ενικός: βαρελόκωλος Πληθυντικός: βαρελόκωλοι
Θηλυκό: Ενικός: βαρελόκωλος Πληθυντικός: βαρελόκωλοι
Ουδέτερο: Ενικός: βαρελόκωλον Πληθυντικός: βαρελόκωλα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, συχνά μάλιστα ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο.