Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βαρέα (η) [Επίθετο, Επίρρημα]

Γραφή στην Ποντιακή: βαρέα Προφορά: βαρέα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Με την βαρέαν ετσάκωσεν την πόρταν. (το βαρειό)
    2) Βαρέα άρρωστος έν’. (βαριά, επίρρημα)
    3) Ναι Πόρφυρα, βαρέα μη καυχάσαι. (πολύ)

    Προέλευση:
    από το επίθετο βαρύς

  2. συχνά , καλά πολύ σοβαρά Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια