Επιπλέον Ερμηνεία: σκεπάζω με χρυσόχαρτο
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη varaklamak
Παράδειγμα: Βαραχλαεύ’ς τον πρόσωπο σ’ με τ’ όλα̤ τα πογιάδας. (στολίζω)
Ενεστώτας: βαραχλαεύω Παρατατικός: εβαραχλάευα Μέλλοντας: θα βαραχλαεύω Αόριστος: εβαραχλάεψα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.