Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη βερεμλής
Παράδειγμα: Ο βαρα̤μλής γαϊδιρί’ γάλαν πρέπ’ να τρώει.
Αρσενικό: Ενικός: βα̤ρα̤μλής Πληθυντικός: βα̤ρα̤μλήδες
Θηλυκό: Ενικός: βα̤ρα̤μλήσα Πληθυντικός: βα̤ρα̤μλήδες
Ουδέτερο: Ενικός: βα̤ρα̤μλίν Πληθυντικός: βα̤ρα̤μλία
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.