Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βαραγρανεμία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βαρα̤γρανεμία Προφορά: βαρεαγρανεμία
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    δυνατός άνεμος

    Προέλευση:
    συνθετικά από τα επίθετα βαρύς, άγριος και το ουσιαστικό άνεμος

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

    Παράδειγμα:
    Όμπως βαστάζ’νε τα δεντρά την βαρα̤γρανεμίαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια