Ερμηνεία: μισθοφόρος από την Σκανδιναβίαν
Παράδειγμα: Άλλους τρακόσ̌ους Βάραγκους ση Δέβας το γεφύρι. (σκότωσεν)
Ενικός: βάραγκος Πληθυντικός: βάραγκοι