Ερμηνεία: το μάλλινο ύφασμα που έχει και βαμβάκι
Παράδειγμα: Τα φανέλλας ντ’ επέρα βαμβακοτάραγα είν’.
Αρσενικό: Ενικός: βαμβακοτάραγος Πληθυντικός: βαμβακοτάραγοι Θηλυκό: Ενικός: βαμβακοτάραγος Πληθυντικός: βαμβακοτάραγοι
Ουδέτερο: Ενικός: βαμβακοτάραγον Πληθυντικός: βαμβακοτάραγα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο κυρίως στο ουδέτερο, λόγω σημασιολογίας, το οποίο μάλιστα συχνά χρησιμοποιείται και ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο.