Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εχτιπάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εχτιπάρ' Προφορά: εχτιπάρ
  1. εκτίμηση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Χρήση από:
    Π. Μελανοφρύδη

    Παράδειγμα:
    Τ' εχτιπάρα̤ πα εσ'κώθαν και τα ναμούσα̤ εχάθαν.

  2. εκτίμηση, αξία, υπόληψη Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια