Επιπλέον Ερμηνεία: οικονομική κατάσταση και μάλιστα καλή
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη βακούτ
Παράδειγμα: Ντό βακούτ’ έρθεν.
Ενικός: βακούτ' Πληθυντικός: βακούτα̤