Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη βεκίλ
Παράδειγμα: Εμέν εφέκεν βα̤κίλ' σα δουλείας ατ’.
Αρσενικό: Ενικός: βα̤κίλτς Πληθυντικός: βα̤κίλ'
Θηλυκό: Ενικός: βα̤κίλαινα Πληθυντικός: βα̤κίλ'