Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βαΐον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βαΐον Προφορά: βαΐον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    1) στη Σαντά ποικιλία λεύκης με χνουδωτά άνθη, ονομάστηκε έτσι διότι τα μπουμπούκια της άνοιγαν
    τη Μεγάλη Σαρακοστή, και αντί δάφνης ο παπάς μοίραζε κλαδιά βαΐου
    2) ποικιλία μυρσίνης, (Σταυρί)
    3) ερπυτικόν φυτόν πολλήν ομοιότητα έχον προς το κοινώς λεγόμενον, ο διανέμουσι τοις
    εκκλησιαζομένοις. (Χρήση από: Κούσης)

Παρατηρήσεις - Σχόλια