Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βάιναση (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. βάινασ̌η , 2. βάιναση Προφορά: βάϊναση
  1. ολολυγμός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ποιητικό

    Προέλευση:
    ίσως από την τουρκική λέξη βάϊ ανασή = αλίμονο στη μάνα του

    Παράδειγμα:
    Ολολυγμός, κι όλεν την νύχταν βάινασην, δάκρα̤ μοιρολοΐας.

Παρατηρήσεις - Σχόλια