Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βαθυβολίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: βαθυβολίζω Προφορά: βαθυβολίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    πάω βαθιά

    Προέλευση:
    από το επίθετο βαθύς και την κατάληξη βολώ

    Παράδειγμα:
    Βαθυβολίζ’ τ’ αλέτρ’ και βγάλ’ παλικαρί’ βραχͮιόναν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια