Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

βάθος (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βάθος Προφορά: βάθος
  1. βάθος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό βαθύς

    Παράδειγμα:
    Μάνα είδα ευρέθα ’γώ ση θάλασσας το βάθος.

Παρατηρήσεις - Σχόλια