Προέλευση: από την οριστική του ρήματος κτάομαι-ώμαι = αποκτώ εκτήθην - εχτέθα = απέκτησα
Παράδειγμα: Δουλείαν 'κ' είχαμε και δουλείαν εχτέθαμε.
Ενεστώτας: χτέσκουμαι Παρατατικός: εχτέσκουμ'νε Μέλλοντας: θα χτέσκουμαι Αόριστος: εχτέθα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.