Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα ἅπτω
Παραδείγματα: 1) Δος τ’ άψιμο σ’ ν’ άφτω τον τσιγάρο μ’. 2) Άμον τ’ Αε-Κερέκης τ’ άψιμον. (λεγόταν για ανήσυχους και ενεργητικούς ανθρώπους) 3) Άψιμον επέρεν. (άναψε, μεταφορικά)
Ενικός: άψιμον Πληθυντικός: αψίματα