Ερμηνεία: αυτός που δεν λέει ψέματα
Προέλευση: από το στερητικό α και το ψεύτης
Αρσενικό: Ενικός: άψευτος Πληθυντικός: άψευτοι
Θηλυκό: Ενικός: άψευτος / άψευτέσα Πληθυντικός: άψευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: άψευτον Πληθυντικός άψευτα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.