Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες: 1) Αχͮύρα̤ βορίζ’. (ματαιοπονεί) 2) Εγέντον ξερόν αχͮύρ’. (έγινε ξερό πολύ και χωρίς θρεπτική αξία)
Ενικός: αχͮύριν / αχͮύρ' Πληθυντικός: αχͮύρα̤