Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
αχτσίδικον (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: αχτσ̌ίδικον
Προφορά: αχτσίδικον
εστιατόριο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική
Παράδειγμα:
Με τον κύρ’ν ατ’ εκράτ’νεν έναν αχτσ̌ίδικον.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
ατσίδικο (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια