Προέλευση: από το ρήμα εκστρατίζω (εκ και στράτα), ξεστρατίζω
Παράδειγμα: Εχτράτ’σαν να μέν’νε σ’ έναν χωρίον.
Ενεστώτας: αχτρατίζω Παρατατικός: εχτράτιζα / αχτράτιζα Μέλλοντας: θα αχτρατίζω Αόριστος: εχτράτισα / εχτράτ'σα / αχτράτιζα / αχτάτ'σα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.